Τι είναι οι τριχομονάδες;

Οι τριχομονάδες είναι μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί μικροοργανισμοί που ανήκουν στα πρωτόζωα. Το είδος Trichomonas vaginalis είναι υπεύθυνο για την τριχομονίαση (trichomoniasis), μία σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη (ΣΜΛ) του ουροποιητικού συστήματος.

Το παράσιτο βρίσκεται κυρίως στον κόλπο, στον τράχηλο της μήτρας και στην ουρήθρα των γυναικών, ενώ στους άνδρες προσβάλλει κυρίως την ουρήθρα.

Σε αντίθεση με άλλες σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, όπως για παράδειγμα τα χλαμύδια και η γονόρροια, η τριχομονίαση δεν προκαλείται από βακτήριο, αλλά από πρωτόζωο παράσιτο.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), το 2020 υπολογίστηκαν περίπου 156 εκατομμύρια νέες λοιμώξεις από Trichomonas vaginalis παγκοσμίως, σε άτομα ηλικίας 15–49 ετών.

Έτσι, κατατάσσεται στην συχνότερη μη ιογενή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη σε παγκόσμιο επίπεδο. [1]

Πώς μεταδίδονται οι τριχομονάδες;

Η τριχομονίαση μεταδίδεται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής με άτομο που φέρει το παράσιτο.

Η μετάδοση μπορεί να συμβεί κατά την κολπική σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλακτικό, μέσω άμεσης επαφής των γεννητικών οργάνων, καθώς και με την κοινή χρήση σεξουαλικών βοηθημάτων χωρίς κατάλληλο καθαρισμό ή προστασία.

Το παράσιτο μπορεί να μεταδοθεί από άνδρα σε γυναίκα, από γυναίκα σε άνδρα, αλλά και μεταξύ γυναικών.

Να σημειωθεί ότι, η μετάδοση μπορεί να συμβεί ακόμη και όταν ένα μολυσμένο άτομο δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα. [2,3]

Μπορούν οι τριχομονάδες να μεταδοθούν από πισίνα ή τουαλέτα;

Η σεξουαλική επαφή αποτελεί τον κύριο αλλά και τεκμηριωμένο τρόπο μετάδοσης της τριχομονίασης.

Η μετάδοση μέσω του νερού της πισίνας ή μέσω μολυσμένων αντικειμένων θεωρείται ασυνήθιστη και δεν αποτελεί καθιερωμένο τρόπο μετάδοσης στην καθημερινή ζωή.

Ωστόσο, ορισμένες εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι το Trichomonas vaginalis μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να παραμείνειζωντανό για κάποιο χρονικό διάστημα σε υγρό περιβάλλον.

Ωστόσο, αυτό δεν αποδεικνύει ότι μπορεί να μεταδοθεί αποτελεσματικά σε πραγματικές συνθήκες.

Επομένως, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν ότι η απλή κολύμβηση σε μια πισίνα αποτελεί οδό μετάδοσης της τριχομονίασης. [8,9]

Ποια είναι τα συμπτώματα της τριχομονίασης;

Η τριχομονίαση συχνά δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα.

Σύμφωνα με το CDC, περίπου το 70% των ατόμων με τριχομονίαση δεν παρουσιάζει συμπτώματα.

Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, αυτό συμβαίνει συνήθως 5–28 ημέρες μετά τη μόλυνση, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν αργότερα. [2,3]

Συμπτώματα στις γυναίκες

Στις γυναίκες, η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει κολπίτιδα και να εκδηλωθεί με:

  • Αυξημένες κολπικές εκκρίσεις, οι οποίες μπορεί να είναι κιτρινωπές ή πρασινωπές και μερικές φορές αφρώδεις.
  • Δυσάρεστη οσμή των κολπικών εκκρίσεων.
  • Κνησμό, ερεθισμό ή αίσθημα καύσου στην περιοχή των γεννητικών οργάνων.
  • Πόνο ή δυσφορία κατά τη σεξουαλική επαφή.
  • Πόνο ή αίσθημα καύσου κατά την ούρηση.
  • Σπανιότερα, πόνο στην κάτω κοιλιακή χώρα.

Συμπτώματα στους άνδρες

Στους άνδρες, η λοίμωξη είναι συχνά ασυμπτωματική.

Όταν προκαλεί συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν εκκρίσεις από την ουρήθρα, αίσθημα καύσου κατά την ούρηση ή την εκσπερμάτιση και ερεθισμό στο εσωτερικό του πέους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παράσιτο μπορεί να σχετίζεται με ουρηθρίτιδα ή προστατίτιδα [5,6]

Η απουσία συμπτωμάτων δεν αποκλείει την παρουσία του παρασίτου. [2,3,4]

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της τριχομονίασης δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στα συμπτώματα.

Αυτό συμβαίνει επειδή ορισμένες κλινικές εκδηλώσεις της, όπως οι κολπικές εκκρίσεις, ο κνησμός και το αίσθημα καύσου, μπορεί επίσης να εμφανιστούν σε άλλες καταστάσεις, όπως η βακτηριακή κολπίτιδα και η αιδοιοκολπική καντιντίαση.

Για την επιβεβαίωση της λοίμωξης χρησιμοποιούνται εργαστηριακές εξετάσεις.

Μοριακές εξετάσεις (NAAT/PCR)

Οι μοριακές εξετάσεις ανίχνευσης νουκλεϊκών οξέων (NAAT), στις οποίες περιλαμβάνονται μέθοδοι PCR, αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητες μεθόδους διάγνωσης.

Ανάλογα με τη διαθέσιμη εξέταση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κολπικά ή τραχηλικά δείγματα, καθώς και δείγματα ούρων.

Οι μοριακές εξετάσεις μπορούν να ανιχνεύσουν λοιμώξεις ακόμη και σε ασυμπτωματικά άτομα.

Μικροσκοπική εξέταση

Η άμεση μικροσκοπική εξέταση νωπού παρασκευάσματος μπορεί να επιτρέψει την παρατήρηση των κινητών παρασίτων.

Ωστόσο, η μέθοδος παρουσιάζει σημαντικούς περιορισμούς.

Σύμφωνα με το CDC, η ευαισθησία της μικροσκοπικής εξέτασης κυμαίνεται περίπου μεταξύ 44% και 68%, ενώ μειώνεται σημαντικά όταν καθυστερεί η εξέταση του δείγματος.

Επομένως, ένα αρνητικό αποτέλεσμα στη μικροσκοπική εξέταση δεν αποκλείει την τριχομονίαση.

Καλλιέργεια

Η καλλιέργεια αποτελεί μία ακόμη διαθέσιμη διαγνωστική μέθοδο. Ωστόσο, απαιτεί περισσότερο χρόνο και γενικά παρουσιάζει χαμηλότερη ευαισθησία από τις σύγχρονες μοριακές εξετάσεις.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το τεστ Παπανικολάου δεν αποτελεί κατάλληλη εξέταση για τη διάγνωση της τριχομονίασης. Εάν εντοπιστούν τυχαία μορφολογικά ευρήματα ύποπτα για τριχομονάδες, συνιστάται επιβεβαίωση με κατάλληλη διαγνωστική εξέταση. [4,8]

Πώς θεραπεύονται οι τριχομονάδες;

Η τριχομονίαση είναι ιάσιμη λοίμωξη.

Η θεραπεία βασίζεται στη χορήγηση φαρμάκων της κατηγορίας των νιτροϊμιδαζολών, κυρίως της μετρονιδαζόλης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της τινιδαζόλης.

Οι θεραπευτικές οδηγίες διαφέρουν ελαφρώς μεταξύ των διεθνών οργανισμών.

Εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα μπορεί να χρησιμοποιηθούν ανάλογα με τις κλινικές συνθήκες. Η τινιδαζόλη, ωστόσο, πρέπει να αποφεύγεται κατά την εγκυμοσύνη. [4,5]

Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου και της δοσολογίας πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας.

Γιατί είναι σημαντική η θεραπεία του συντρόφου;

Η επιτυχής αντιμετώπιση της τριχομονίασης δεν εξαρτάται μόνο από τη θεραπεία του ατόμου που διαγνώστηκε.

Οι σεξουαλικοί σύντροφοι πρέπει επίσης να αξιολογούνται και να λαμβάνουν την κατάλληλη θεραπεία, ακόμη και όταν δεν παρουσιάζουν συμπτώματα.

Διαφορετικά, υπάρχει σημαντικός κίνδυνος επαναμόλυνσης.

Συνιστάται η αποχή από τη σεξουαλική επαφή έως ότου ολοκληρωθεί η θεραπεία όλων των εμπλεκόμενων συντρόφων και υποχωρήσουν τυχόν συμπτώματα.

Επιπλέον, το CDC συνιστά επανέλεγχο των σεξουαλικά ενεργών γυναικών περίπου τρεις μήνες μετά την αρχική θεραπεία, λόγω της συχνότητας επαναμόλυνσης. [4]

Ποιες είναι οι πιθανές επιπλοκές;

Παρότι η τριχομονίαση αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά, η λοίμωξη δεν πρέπει να παραμένει χωρίς θεραπεία.

Η λοίμωξη από Trichomonas vaginalis έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο απόκτησης HIV. Σύμφωνα με τον WHO, ο κίνδυνος αυτός είναι περίπου 1,5 φορά υψηλότερος σε άτομα με τριχομονίαση. [7]

Η λοίμωξη έχει επίσης συσχετιστεί με φλεγμονώδεις καταστάσεις του αναπαραγωγικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, ιδιαίτερα σε γυναίκες που ζουν με HIV.

Κατά την εγκυμοσύνη, η τριχομονίαση έχει συνδεθεί με δυσμενείς εκβάσεις, όπως ο πρόωρος τοκετός, η πρόωρη ρήξη των εμβρυϊκών υμένων και το χαμηλό βάρος γέννησης. [1,4]

Τριχομονάδες και εγκυμοσύνη

Οι έγκυες γυναίκες που παρουσιάζουν συμπτώματα ύποπτα για τριχομονίαση πρέπει να υποβάλλονται σε κατάλληλο διαγνωστικό έλεγχο και, εφόσον επιβεβαιωθεί η λοίμωξη, να λαμβάνουν θεραπεία.

Η μετρονιδαζόλη θεωρείται ότι παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο για το έμβρυο, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα.

Ωστόσο, η θεραπεία πρέπει πάντοτε να πραγματοποιείται υπό ιατρική καθοδήγηση.

Το όφελος του καθολικού προσυμπτωματικού ελέγχου όλων των ασυμπτωματικών εγκύων για τριχομονίαση δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. [4]

Πώς μπορούμε να προλάβουμε την τριχομονίαση;

Η πρόληψη της τριχομονίασης βασίζεται κυρίως στις ασφαλέστερες σεξουαλικές πρακτικές.

Η σωστή και συστηματική χρήση προφυλακτικού μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης.

Εξίσου σημαντικές είναι η αποφυγή κοινής χρήσης σεξουαλικών βοηθημάτων χωρίς κατάλληλο καθαρισμό ή προστασία, η ενημέρωση των σεξουαλικών συντρόφων μετά τη διάγνωση και η έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής αξιολόγησης όταν υπάρχει πιθανή έκθεση.

Επιπλέον, σε περίπτωση επιβεβαιωμένης τριχομονίασης, συνιστάται η πραγματοποίηση εξετάσεων και για άλλες σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις, όπως HIV, σύφιλη, γονόρροια και χλαμύδια.

Η έγκαιρη διάγνωση και η ταυτόχρονη θεραπεία των συντρόφων συμβάλλουν ουσιαστικά στην πρόληψη νέων λοιμώξεων. [1,4]