Μπορεί να προληφθεί η ρευματοειδής αρθρίτιδα;
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι ένα από τα συχνότερα αυτοάνοσα νοσήματα. Προκαλεί χρόνια φλεγμονή στις αρθρώσεις και, χωρίς κατάλληλη αντιμετώπιση, μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες βλάβες.
Ωστόσο, η νόσος δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά. Σε ορισμένα άτομα προηγείται μια περίοδος κατά την οποία εντοπίζονται αυτοαντισώματα ή εμφανίζονται φλεγμονώδη συμπτώματα, χωρίς να πληρούνται ακόμη τα διαγνωστικά κριτήρια.
Αυτό ακριβώς προσπάθησαν να αξιοποιήσουν οι ερευνητές δηλαδή να παρέμβουν πριν αναπτυχθεί η εγκατεστημένη νόσος.
Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη;
Η PALABA είναι μια τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή που πραγματοποιήθηκε σε 14 ρευματολογικά κέντρα της Ισπανίας.
Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 70 ασθενείς με παλίνδρομο ρευματισμό, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια πόνου και φλεγμονής των αρθρώσεων, τα οποία υποχωρούν χωρίς να αφήνουν μόνιμες βλάβες.
Όλοι οι συμμετέχοντες είχαν θετικό ρευματοειδή παράγοντα (RF) ή/και αντισώματα έναντι κιτρουλλινωμένων πρωτεϊνών (ACPA), δείκτες που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες:
- 34 ασθενείς έλαβαν αμπατασέπτη, ένα φάρμακο που αναστέλλει την ενεργοποίηση των Τ-λεμφοκυττάρων.
- 36 ασθενείς έλαβαν υδροξυχλωροκίνη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ορισμένων ρευματικών νοσημάτων.
Η θεραπεία και η παρακολούθηση διήρκεσαν 24 μήνες.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα;
Στην κύρια στατιστική ανάλυση, η εκτιμώμενη συχνότητα εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας ήταν:
- 20,6% στην ομάδα της αμπατασέπτης.
- 50% στην ομάδα της υδροξυχλωροκίνης.
Η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική (p=0,010).
Όμως, στην κύρια ανάλυση, οι περιπτώσεις με ελλιπή δεδομένα αντιμετωπίστηκαν ως αποτυχίες της θεραπείας.
Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν μόνο τα διαθέσιμα δεδομένα, διαπιστώθηκε εμφάνιση ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε 3 από τους 30 ασθενείς (10%) της ομάδας αμπατασέπτης και 10 από τους 28 (35,7%) της ομάδας υδροξυχλωροκίνης.
Η διαφορά παρέμεινε στατιστικά σημαντική (p=0,019).
Παράλληλα, η αμπατασέπτη συνδέθηκε με μικρότερη ένταση των επεισοδίων και με συχνότερη ύφεση των συμπτωμάτων. [1]
Ποιοι είναι οι περιορισμοί;
Το βασικό μειονέκτημα της μελέτης είναι ότι δεν είναι τυφλή. Τόσο οι ασθενείς όσο και οι γιατροί γνώριζαν ποια θεραπεία χορηγούνταν, κάτι που μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Επιπλέον, το δείγμα ήταν μικρό, αρκετοί συμμετέχοντες δεν ολοκλήρωσαν τη διαδικασία και η παρακολούθηση περιορίστηκε στα δύο χρόνια.
Δεν γνωρίζουμε, επομένως, αν το όφελος διατηρείται μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τη Bristol Myers Squibb, εταιρεία που εμπορεύεται την αμπατασέπτη. Σύμφωνα με τη δημοσίευση, η εταιρεία δεν συμμετείχε στον σχεδιασμό, την ανάλυση ή την ερμηνεία των αποτελεσμάτων.
Συμπέρασμα
Η μελέτη παρέχει ενδείξεις ότι η πρώιμη φαρμακευτική παρέμβαση μπορεί να περιορίσει την εξέλιξη προς τη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε συγκεκριμένα άτομα υψηλού κινδύνου.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν αφορούν τον γενικό πληθυσμό ούτε αποδεικνύουν ότι μπορούμε να αποτρέψουμε οριστικά την εμφάνιση της νόσου.
Χρειάζονται μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές και παρακολούθηση μετά τη διακοπή της θεραπείας, προτού εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα για τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης.